Τόξερε
πως στο τρίτο λάλημα
θα τον αρνιόταν.
Στο κάτω-κάτω
προτιμούσε νά’ ταν ολομόναχος
την ώρα κείνη.
Προμάντευε στα μάτια των παρισταμένων
την μικρήν ικανοποίηση
μαζί με τη μικρή περιφρόνηση
που ο αρνητής έγινε όμοιός τους.
Πρόβλεπε την οργή τους
που μόνο αυτός δε θα γινόταν όμοιός τους
ποτέ.
Στο τρίτο λάλημα
ο άλλος
τον κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο δόξας
κι οδύνης
και δεν τον αρνήθηκε.
Τότε
για πρώτη φορά
εκείνος είδε πόσο επίπονο τού ήταν
να μοιραστεί τη θυσία.
(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 41, Μάης 1958, σελ. 286)
οι ταξιδιώτες ήρθαν κι έφυγαν κεκηρυγμένοι εχθροί της ίδιας λησμονιάς και του ίδιου πάθους υλοτόμοι πάντα του ίδιου πόθου και μπροστά τους ν’ απλώνωνται όσο παίρνει το μάτι κι η καρδιά τα ίδια μαύρα κουρελιασμένα σύννεφα να μπλέχουν στα κατάρτια τους να σκουριάζουνε τις άγκυρές τους ναν τους σφυράν κρυφά μέσα στ’ αυτί με τη μπουρού την ίδια οδύνη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου