Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Musical Crystal Glasses

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

ΕΝΔΕΛΕΧΕΙΑ

Σ' ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΑΥΡΙΟ


Ό,τι έχω πει το σκίζω,
μια δεκάρα δεν αξίζω, ναι,
μα ό,τι έχω κάνει δεν τʼ αλλάζω,
κάνω μόνο μια ευχή,
από μένα ούτε λέξη να μη μείνει,
να χαθεί μαζί με μένα στη στιγμή।
Να περνάω από πόρτες ανοιχτές,
σʼ ένα μεγάλο αύριο απʼ το χαμένο τώρα,
σʼ ένα μεγάλο αύριο απʼ το θλιμμένο χτες।
Σαν καράβι αρμενίζω,
ό,τι έχω πει το σκίζω, ναι,
μα ό,τι έχω κάνει δεν τʼ αλλάζω,
ό,τι φεύγει δε γυρνάει
και καλύτερα στο διάολο να πάει
πριν τη μάσκα του αγίου να ντυθεί।
Να περνάω από πόρτες ανοιχτές,
σʼ ένα μεγάλο αύριο απʼ το χαμένο τώρα,
σʼ ένα μεγάλο αύριο απʼ το θλιμμένο χτες...

(Δημ. Μητσοτάκης)

Δημήτρης Μητσοτάκης (στίχοι,τύμπανα,φωνητικά)Δημήτρης Λεοντόπουλος
(τραγούδι,ακ.κιθάρα)Αντώνης Δημητρίου
(ηλ.κιθάρες,φωνητικά)Αντρέας Βαιτούδης
(πλήκτρα, samples, ήχος)Γιώργος Κουλουρης (μπάσο)


κλικ επάνω

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Άρης Μανουράς

Κάποιοι τον φωνάζαν πέτρα και κάποιοι ουρλιαχτό.
Όμως ποτέ κανείς δεν είπε τ’ όνομά του.
Οι τυφλοί τον ‘λέγαν πέτρα αντανακλώντας το κενό της ύπαρξής τους
και οι σοφοί τον φωνάζαν ουρλιαχτό,
απ’ τη θλίψη που κρατούσε σαν προσευχή και φυλαχτό
ανήμπορος να την ψελλίσει στον άπειρο κόσμο.
Με παλέτα του την γνώση
προσπαθούσε να ζωγραφίσει πόρτες για τα όνειρά του,
να σκεπάσει με το σεντόνι των αριθμών τους φόβους του
και να ευλογήσει με την λογική κληρονομιά του όσους ήθελε να τον αγαπάνε.
Μάτια στραμμένα πάντα στον ουρανό,
σιωπηρή επίκληση κάτω απ’ τ’ αγκάθινο στεφάνι
που του φόρεσαν γελώντας οι τυφλοί εδώ και χρόνια
σίγουρος ότι κάτι εκεί υπάρχει και τον έβλεπε.
Μόνος, κλειστός στον κόσμο, ψυχή ορθάνοιχτη στο σύμπαν,
αυτό που προσπαθούσε να καταλάβει μέσα απ’ τα στεγνά μεγέθη και αριθμούς
μήπως και μπορέσει να καταλάβει τον δημιουργό του.
Ατρόμητος, γελώντας με τους φόβους του, πονώντας με τις συνέπειες,
επιμένοντας σε μια φρενήρη όμως αλάνθαστη μονομανία.
Φτωχός από κερμάτινες ψευδαισθήσεις,
πάμπλουτος όμως από μια θλιμμένη ευτυχία.
Λίγοι τον καταλάβανε, κανείς δεν σήκωσε για λίγο τον σταυρό του.
Όμως αυτός δεν καταδέχτηκε βοήθεια ποτέ.
Μόνος τον σήκωσεκι ακόμα κι όταν τα φίδια του είπαν ότι μπορεί να ξεκουραστεί πλέον
αυτός τον κάρφωσε στην πλάτη του για να μην μπορεί κανείς να του τον πάρει.
Με τα χρόνια το ξύλο τον αγάπησε και τρεφόταν απ’ την αναπνοή του.
Δεν τον άφησε κι εκείνο ποτέ και μαζί ανεβαίναν τον Γολγοθά.
Αυτός δεν ήρθε ποτέ.
Μόνο φτυσιές απ’ τους φρουρούς και τους τυφλούς που πλέον δεν τον άγγιζαν.
Έφτανε κοντά στον Θεό μέρα με τη μέρα.
Κι όμως τον παρακάλεσε να του δώσει πιο δύσβατο και μακρύ δρόμο
κι όταν κουραστεί να τον πάρει εγκαίρως
πριν προλάβουν τα φίδια να του πάρουν την ψυχή.
Τριγυρνάει πλέον ανάμεσά μας βρώμικος, ξυπόλητος, με μαύρη γενειάδα
και μιλάει με τον Θεό όταν δεν προσπαθεί κάτι να βρει να φάει.
Οι τυφλοί συνεχίζουν να προσπαθούν να σκοτώσουν το μακάριο χαμόγελό
που αχνοφαίνεται στα δακρυσμένα μάτια.
Αυτός όμως είναι πλέον αφιερωμένος στον Μεγάλο Νου.
Οι τυφλοί τον φωνάζουν τρελό, οι γριές θύμα και οι λόγιοι ηρώα.
Κάπου γράφτηκε ότι ο Θεός τον ονόμασε παιδί του.

Περισσότερα εδώ -> http://conapl।ning.com/profile/arismanouras

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Μοίρες

Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου

Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα
κρατιόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα
κι ονειρευόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες
Τα λόγια σου τα ψεύτικα φαρμάκι κι αγωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' ερωτεύτηκα
παιδεύτηκα σ' αυτή την κοινωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' εμπιστεύτηκα
και ρεζιλεύτηκα στην παλιοκοινωνία
Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ
τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη
στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό
Την ώρα που περπάτησα μου φέραν και τα δώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της ξεστράτισα
ξεστράτισα και μου 'λεγαν προχώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της γονάτισα
και παραστράτησα στην πρώτη κατηφόρα
Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ
τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη
στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό



Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Ελένη Βιτάλη

Η Ελένη (Λαβίδα) Βιτάλη, θεωρείται από τις σημαντικότερες τραγουδίστριες της τελευταίας 20ετίας. Γεννήθηκε στην Αθήνα μέσα σε μουσική οικογένεια και μεγάλωσε ταξιδεύοντας από παιδί σε όλη την επικράτεια. Ο πατέρας της Γ. Λαβίδας έπαιζε σαντούρι και η μητέρα της Λ. Καραγεωργίου ήταν τραγούδιστρια σε πανηγύρια. Έτσι, από μικρή μπαίνει και η ίδια στο χώρο των πανηγηριών, παρέα με τσιγγάνους μουσικούς και δημοτικούς οργανοπαίκτες. Αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι ήδη από τις άρχες του 1960 το μπουζούκι, είχε αρχίσει να διαδέχεται το σαντούρι.
Συνέπεια αυτών είναι η πολυσχιδής μουσική προσωπικότητα που είχε όταν αποφάσισε να λάβει μέρος στο φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης (με το τραγούδι Χωρίς δεκάρα) και να μπει στο χώρο της δισκογραφίας. Κάνει την πρώτη δισκογραφική της εμφάνιση το 1973, στο πλευρό της Σωτηρίας Μπέλλου ( «Δεν περισσεύει υπομονή» Α. Κουνάδη-Β. Γκούφα) , και με το «΄Αι γαρούφαλό μου» ως καθοριστικό στοιχείο στην ταυτότητά της, (και την παράλληλη συμμετοχή στό Φεστιβάλ με τον «Μανωλιό») , γίνεται αμέσως γνωστή. Με το ξεκίνημά της η Βιτάλη φανερώνει το βασικό χαρακτηριστικό, που θα καθορίσει, εξ αρχής, την πορεία της : την συνύπαρξη εντός της, δύο κόσμων, συμπληρωματικών αλλά και συχνά αντιφατικών. Χαρακτηριστική είναι η μεγάλη έκταση της φωνής αλλά και η χροιά της.
Αρχές του 1980, οργώνει το λαϊκό τραγούδι συνεργαζόμενη με τούς καλύτερους του είδους (Χρήστος Νικολόπουλος, Τ। Σούκας κ. ά) . Ταυτόχρονα συμμετέχει σε δουλειές έντεχνων συνθετών (Σταμάτης Σπανουδάκης, Ν. Μαυρουδής, Διονύσης Σαββόπουλος, Γ. Ανδρέου, Σταμάτης Κραουνάκης, Γ. Σταυριανός, Νίκος Πορτοκάλογλου κ. ά) , ηχογραφεί επανεκτελέσεις ρεμπέτικων, παλιών λαϊκών και δημοτικών, φανερώνοντας έτσι την «αρχαία καταγωγή» του σύγχρονου τραγουδιού. Το 1979 ηχογραφεί το «Απέναντι Μπαλκόνι», μπαίνοντας σε μιά περίοδο ωριμότητας, που εν έτει 2000, με το άλμπουμ «Προσκήνιο» ανακεφαλαιώνεται.




Ελένη Βιτάλη:
«Μονομάχοι δεν είναι και οι τραγουδιστές;»
του Σωτήρη Κακίση
Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; Ποιος φοβάται την Ελένη Βιτάλη; Και ποιος, γι' αυτό ακριβώς, δεν την αγαπάει, δεν την πονάει, από μακριά ή από κοντά, από τη φωνή της την άγια ή από της ψυχής της τη στάση, την ώς τώρα ιδιαίτερη, ιδιαίτατη πορεία και κίνηση; Των τραγουδιών που έχει πει η Ελένη τα ονόματα θα μπορούσαν να 'ναι από μόνα τους αυτός ο πρόλογος, και να, ας είναι το δεύτερο έστω και καλύτερο, πιο ουσιαστικό του μέρος, πριν την ξανακούσετε και την ίδια να σας απευθύνεται, με το γλυκό της πάντα τρόπο: «Τι με κοιτάζετε;», «Εγώ τραγούδαγα ! », «Από πού ν' αρχίσω;», «Ποιο δρόμο να πάρω;», «Δεν με πόνεσε κανείς», «Ελενίτσα», «Νυχτώνει», «Κάθε σπίτι κι οχυρό», «Πιο πολύ για μένα», «Δον Κιχώτης», «Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον»
ΕλέΝΗ ΒΙΤάΛΗ:
Εμείς δεν γερνάμε γιατί είμαστε καλοί άνθρωποι!
ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ:
Δηλαδή, Ελένη;

Ο καλός ο άνθρωπος κοιμάται ήσυχος, κύριε Κακίση Κοιμάται πριν ξημερώσει Και λίγες να 'χει τύψεις, κι αυτές δεν τις έχει, γιατί έχει σκοπό ν' αλλάξει, είναι αποφασισμένο Οι τύψεις μετράνε μόνο όταν δεν έχεις κανένα σκοπό ν' αλλάξεις, ξέρετε

Εγώ θα σας ρωτούσα και πιο γενικα Τι τραβάει σήμερα η ψυχή σας;Να πάω στο χωριό του άντρα μου, στον Ταΰγετο. Να τραγουδήσω εκεί, εκεί να φτιάχνουμε τραγούδια.